βελουλκία

βελουλκ-ία, ,
A drawing out of darts, Eust.464.41(pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βελουλκία — βελουλκίᾱ , βελουλκία drawing out of darts fem nom/voc/acc dual βελουλκίᾱ , βελουλκία drawing out of darts fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βελουλκία — βελουλκία, η (Μ) [βελουλκός] εξαγωγή, αφαίρεση βελών από τραύμα …   Dictionary of Greek

  • βελουλκίας — βελουλκίᾱς , βελουλκία drawing out of darts fem acc pl βελουλκίᾱς , βελουλκία drawing out of darts fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.